Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Ποίηση


25η ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΟΥ 
25 του Μαρτιού 
γραμμένο στα ουράνια 
γι αυτό κι εγώ στολίστηκα 
με τόση περηφάνια. 
Και φόρεσα της λευτεριάς 
τα ρούχα τα γραμμένα 
σημάδια της ελευθεριάς 
καθάρια, τιμημένα. 
Πάνω σε ράχες σκάλωσαν 
με χιόνια και με κρύα 
ζητώντας την ελευθεριά, 
για τη γλυκιά πατρίδα. 

25Η ΜΑΡΤΙΟΥ 
Άγια μέρα ευλογημένη 
σ' έχω πάντα στην καρδιά 
και σε νιώθω, σε θωρώ 
φως γεμάτη κι ομορφιά. 

Σε δοξάζω, σε θυμάμαι 
και φωνάζω με χαρά 
Η Ελλάδα θα ζει παντοτινά. 

25η ΜΑΡΤΙΟΥ 
΄Αγια μέρα ξημερώνει ας γιορτάσουμε παιδιά 
με τραγούδια, με χαρά, μ' άγια φλόγα στην καρδιά. 
Χρόνια μαύρα, σκλαβωμένα καρτερούσ' η κλεφτουριά 
στην Ελλάδα να δει τη Λευτεριά. 

΄Αγια μέρα ευλογημένη σ' έχω πάντα στην καρδιά 
και σε νιώθω, σε θωρώ φως γεμάτη κι ομορφιά. 
Σε δοξάζω, σε θυμάμαι και φωνάζω με χαρά 
η Ελλάδα θα ζει παντοτινά. 

Δεν ξεχνώ πως έχω ακόμα αδελφούς μες στη σκλαβιά 
στης Ηπείρου τα λαγκάδια και στην Κύπρο τη γλυκιά. 
Μόνο εύχομαι να ζήσω, να τους δω στη Λευτεριά, 
την Ελλάδα ν' αντικρίσω πιο μεγάλη, πιο πλατιά. 

ΑΛΑΜΑΝΕΣ ΒΑΛΤΕΤΣΙΑ 
Αλαμάνες, Βαλτέτσια, Δερβενάκι αγκαλιάζω 
και ριχτός προσκυνώ 
κι όλη εκείνη τη δόξα μεθυσμένος θαυμάζω 
και να κλαίω αρχινώ. 

Τιμημένα τοπία κι ως της θάλασσας μέρη 
και σημεία τρανά 
που μ' αγώνων θυσίες και με νίκης τ' αγέρι 
τ' όραμά σας πλανά! 

Σα σφραγίδες του χρόνου, σαν αχάλαστο μείγμα 
μες στη μνήμη μπηχτές 
μας βαστάει και ζούμε σ' όποιο νέο μας πλήγμα 
σαν κι εκείνα του χτες. 

Ω καράβια της φλόγας σε Κανάρηδων χέρια, 
στόλοι καματεροί 
των Σπετσών και της `Υδρας, που τη λάμψη ως τ' αστέρια 
σας την παν οι καιροί! 

Των Ψαρών και της Χίου πολυμύθητες ώρες 
της σφαγής του χαμού 
που ξυπνήσατε πλέρια της Ευρώπης τις χώρες 
τη φωνή του θυμού! 

Τι να ειπώ, τι να ψάλλω μπρος στα δάκρυα που τρέχουν 
σιωπηλά στην ψυχή; 
Τέτοιες πράξεις επαίνους δε ζητάν και δε έχουν 
μηδέ τέλος ή αρχή. 

ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΥΚΕΙΑ ΕΛΛΑΔΑ 
Για σε γλυκιά Ελλάδα, που τόσον αγαπώ, 
τα χείλη μου θα ψάλλουν τραγούδι χαρωπό. 
Κι η γη του παραδείσου μου είναι ερημιά, 
τη χάρη τη δική σου δεν έχει γη καμιά. 

Τ' αγέρι, τα νερά σου, τα πράσινα βουνά, 
τα τόσα θέλγητρά σου δε βρίσκω πουθενά. 
παντού πετάς εμπρός μου, χαρά μου, μυστική 
βασίλισσα του κόσμου, Ελλάδα μου γλυκιά. 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ 
Στα πολύ παλιά τα χρόνια, 
ο Χριστός πριν γεννηθεί, 
η Παναγιά στην εκκλησία 
πήγε να προσευχηθεί. 

Ξάφνου φάνηκε μπροστά της 
ένας άγγελος λαμπρός 
που βαστούσε ολάσπρο κρίνο 
και σκορπούσε γύρω φως. 

Και τρομάζει η Παναγίτσα, 
πέφτει ευθύς γονατιστή 
και θαμπώνει από το φως του 
και τα μάτια της τα κλει. 

'Μη φοβάσαι', της μιλάει, 
'εδώ μ΄ έστειλε ο Θεός! 
Κείνος πάντα σ΄ ευλογάει, 
και σου είναι βοηθός! 

Άκουσε το θέλημά Του 
το τρανό το ξακουστό : 
Ένας χρόνος πριν περάσει 
θα γεννήσεις το Χριστό.' 

Μόλις είπε αυτά τα λόγια 
χάθηκε στον ουρανό 
κι η καλή η Παναγίτσα 
φχαριστάει το Θεό. 

Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ 
Γλυκοχαράζει η χαραυγή 
και λάμπει ο ουρανός κι η γη. 
Λάμπουν και βροντούν κανόνια 
και γλυκοκελαηδούν τα΄αηδόνια. 

Λάμπουν τουφέκια και βροντούν 
και Λευτεριά παντού σκορπούν. 
Λάμπει και η λεβεντογέννα 
η γενιά του Εικοσιένα. 

ΗΡΩΑΣ 
Μη με βλέπετε μικρό 
έχω φλόγα στην καρδιά 
κι αγαπώ πολύ πολύ 
την Πατρίδα τη γλυκιά. 

Ήρωας στ΄ αληθινά 
κάποια μέρα θα γενώ 
κι αν η Ελλάδα χρειασθεί 
τ΄ άρματα θε να ζωστώ. 

ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ 
Απ' το χωριό γλιστρούσαν σαν ίσκιοι στο σκοτάδι 
και στο ξωκλήσι πέρα μαζεύονταν το βράδυ. 
Μαντάλωναν τη θύρα με κάθε προσοχή, 
σταυρώνανε τα χέρια σε μία προσευχή. 
Κι ο δάσκαλος - ιερέας, τους μαθητές του ευλογά, 
που 'τρεμε η καρδιά τους, σαν του κεριού τη φλόγα, 
πριν την παράδοσή του αρχίσει του σκολειού 
κάτω απ' το φως το λίγο, τ' ωχρό του καντηλιού. 
Και στο παλιό ξωκλήσι, μανταλωμένοι ώρες 
ξεχνούσαν της σκλαβιάς τους, τις άραχλες τις μπόρες. 
Και γράμματα μαθαίναν μαζί με προσευχές 
κι ατσάλωναν με πίστη τις άγιες τους ψυχές. 
Μάθαιναν να αγαπούν τη μάνα τους πατρίδα, 
το αίμα τους να δίνουν ως την στερνή ρανίδα 
να μην σκιαχτούν ποτέ τους τ' ανήμερα θεριά 
και στην γλυκιάν Ελλάδα να δώσουν λευτεριά. 
Και πίστεψαν στη νίκη και γίνανε λιοντάρια 
και πάλεψαν σα δράκοι τ' ανδρεία παλικάρια!! 
Δε σκιάχτηκαν ποτέ τους τ' ανήμερα θεριά 
και στην γλυκιάν Ελλάδα χαρίσαν λευτεριά, 
γιατ' είχανε πιστέψει απ' τη στιγμή την πρώτη 
μες στο κρυφό σχολειό τους και στη χρυσή τη νιότη 
'Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, 
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.' 

Ο ΛΕΒΕΝΤΗΣ 
΄Ενας λεβέντης περπατεί 
και τρέμει η γη όπου πατεί. 
Φεσάκι κόκκινο φορεί 
και φουστανέλα γιορτερή. 

Κρατεί ντουφέκι στο πλευρό 
και το μουστάκι έχει στριφτό. 
Με στήθι ολάνοιχτο φαρδύ 
περνά και ψιλοτραγουδεί, 
την ΄Ανοιξη,τη Λευτεριά, 
την νιότη και τη λεβεντιά. 

Ο ΝΕΟΣΥΛΛΕΚΤΟΣ 
Δώσ' μου μανούλα μιαν ευχή 
κι έλα να σε φιλήσω 
μισεύω αύριο ταχύ 
και πάω να πολεμήσω. 

Φέρ' του πατέρα το σπαθί 
που κρέμεται κει πάνω, 
η μέση μου να το ζωστεί, 
μαζί του να πεθάνω. 

Θα πάμε όλα τα παιδιά 
όλα με μια ελπίδα, 
γιατί έχουμε όλα μια καρδιά 
και όλα μια πατρίδα. 

Ο ΧΟΡΟΣ ΜΟΥ 
Άσπρη φουστανέλλα,φέσι, 
θα ντυθώ γιατί μ' αρέσει 
και θα μπω και θα χορέψω 
τα τσαρούχια μου να ρέψω. 

Θα μου παίξουν τα κλαρίνα 
τα παιδιά απ' τη Σαμαρίνα. 
Θα μου τραγουδούν και οι φίλοι 
Καλαματιανό μαντήλι. 

Κλέφτικο χορό θα πιάσω 
ίσαμε που ν' αποστάσω. 
Οι γιαγιάδες να ξεπορτίσουν 
και οι παππούδες να δακρύσουν. 

Του Παράδεισου τις πόρτες 
να συντρίψουν οι Σουλιώτες 
και οι Σουλιώτισσες να 'ρθούνε 
πρώτες στο χορό να μπούνε. 

Και να τους κρατήσει χέρι 
ο Αντρούτσος το ξεφτέρι. 
Να στηθεί χορός γαϊτάνι 
απ' το Ζάλογγο ως το Χάνι... 

ΣΤΑ ΤΡΙΚΟΡΦΑ 
Στα Τρίκορφα μες στην κορφή 
Κολοκοτρώνης πολεμεί, 
μες στα Τρίκορφα στη ράχη 
πάει το αίμα σαν αυλάκι. 

Κολοκοτρώνης φώναξε 
κι όλος ο κόσμος τρόμαξε. 
Του Νικηταρά φωνάζει 
και τους Τούρκους όλους σκιάζει. 

Πού 'σαι μωρέ Νικηταρά, 
που 'χουν τα πόδια σου φτερά, 
μες στους κάμπους πώς κοιμάσαι 
και τους Τούρκους δε φοβάσαι; 

Βάζεις τους Τούρκους εμπροστά 
σαν το χασάπη τα τραγιά, 
Καπετάνιε μας λεβέντη, 
που όλη η Τουρκιά σε τρέμει. 

ΤΟ ΕΥΖΩΝΑΚΙ 
Είμαι ένα ευζωνάκι 
δείτε τι καλά φορώ 
άσπρη ωραία φουστανέλα 
και σπαθί αστραφτερό. 

Κόκκινο μικρό φεσάκι 
με μια φούντα μακριά 
και την ξακουστή στον κόσμο 
των Ελλήνων τσαρουχιά. 

Είναι ο τσολιάς φωνάζουν 
ζήτω και χειροκροτούν 
γιατί ξέρουν πως το φως τους 
στην Ελλάδα το χρωστούν. 

ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ 
Κάστρα πολλά πολέμησαν και δώσαν τα κλειδιά τους 
το Μεσολόγγι το κακό, το Μεσολόγγι τ' άξιο 
δεν παραδίνει τα κλειδιά, πασά δεν προσκυνάει 
κι ας λιγοστεύει το ψωμί, κι ας σώνεται το αλεύρι. 
Μέρα και νύχτα πόλεμο, μ' εννιά χιλιάδες Τούρκους. 
Πέφτουν ντουφέκια σαν βροχή και μπόμπες σαν χαλάζι 
κι από την ντάπια του ο Μακρής τα παλικάρια κράζει: 
-Παιδιά, βαστάτε τ' άρματα, βαστάτε το ντουφέκι, 
γιατί βοήθεια πλάκωσε, στεριάς και του πελάου, 
ο Καραϊσκάκης της στεριάς κι οι Υδραίοι του πελάου. 

Ούτε βοήθεια φάνηκε κι ούτε βοήθεια φτάνει. 
Και σώθηκε όλο το ψωμί και σώθηκε το αλεύρι... 
Μαύρο γιουρούσι κάνανε τη νύχτα του Λαζάρου... 
Οι Τούρκοι τους καρτέραγαν κρυμμένοι στα χαντάκια. 
Σκοτώσαν γυναικόπαιδα, χαλάσαν το γεφύρι 
και λιγοστοί τους ξέφυγαν στο αίμα κολυμπώντας. 

ΥΜΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ 25η ΜΑΡΤΙΟΥ 
Αντιλαλούν στις ρεματιές 
τα κλέφτικα τραγούδια 
κι η Λευτεριά έχει στολιστεί 
μ' αμάραντα λουλούδια. 

Λουλούδια που ανθίσανε 
στη ματωμένη γη 
και βάλσαμο σκορπίσανε 
σε κάθε μια πληγή. 

Στη Λαύρα γαλανόλευκες 
στην Τρίπολη παιάνες, 
στο Σούλι και στα Γιάννενα 
του λυτρωμού καμπάνες. 

Στη Ρούμελη, στα Λάβαρα 
και μέχρι το Μοριά, 
ένα τραγούδι ακούγεται: 
Ω, χαίρε Λευτεριά! 

Είναι άγια τούτη η μέρα 
και φλογίζει τον αέρα, 
μια ολόθερμη αχτίδα, 
η Θρησκεία κι η Πατρίδα. 

Μέρα Ευαγγελισμού, 
άγια μέρα Λυτρωμού 
σκόρπισες στη γη χαρά, 
Χαίρε, χαίρε Λευτεριά. 

ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ 
Φεγγαράκι μου λαμπρό 
φέγγε μου να περπατώ, 
να πηγαίνω στο σχολειό, 
να μαθαίνω γράμματα, 
γράμματα σπουδάματα 
του Θεού τα πράματα. 

Φεγγαράκι μου λαμπρό 
το σπαθί μου τ' αλαφρό, 
φέγγε μου σαν το κρατώ, 
σαν αϊτός να πεταχτώ, 
στην Πατρίδα τη χαρά 
να χαρίσω Λευτεριά. 

ΧΑΙΡΕ ΕΛΛΑΔΑ ΔΟΞΑΣΜΕΝΗ 
Χαίρε Ελλάδα δοξασμένη, 
φως, ελπίδα και χαρά, 
ζήσε πάντα αντρειωμένη 
με τιμή και λευτεριά. 

Χρόνια τώρα με λαχτάρα 
σε θαυμάζουν οι λαοί 
και προφέρουν με τρομάρα 
τ' όνομά σου οι εχθροί. 

Από το Εικοσιένα 
σαν αστέρι της αυγής 
λάμψη στέλνεις ολοένα 
ως τα πέρατα της γης. 

Σαν αιώνια και μεγάλη, 
σαν πατρίδα των θεών, 
λάμψε, φώτισε και πάλι 
με το φως τόσων σοφών. 

Χαίρε αθάνατη Παρθένα, 
Χαίρε κόρη λυγερή, 
που με μάτια φλογισμένα 
μας μιλάς με την ψυχή. 

Κι είσαι λαμπροφορεμένη 
με τσαπράζια και φλωριά, 
κι είσαι πάντα στολισμένη 
με της Νίκης τα φτερά.



1.      Ακρίτα στης Ευρώπης τους πυλώνες
         η  Μοίρα σ' έχει τάξει, Μάννα Ελλάδα,
         τη λευτεριά να διαφεντεύης στους αιώνες.
 
2.      Χαρά σου, όταν Φειδίες με λαμπεράδα
         στη  γή σου πελεκούνε Παρθενώνες
         κι Αισχύλοι ανάβουν θεία ανέσπερη λαμπάδα

3.       Μα ο πόνος σου βαθύς, όταν βαραίνει
          τυράννων  μαύρη σκιά τ' άγιο σου χώμα
          και της ελπίδας τους ανθούς αργομαραίνη.

4.       Κακό όμοιο εκράτει κάποτε -κι ακόμα
          πιο  ασήκωτο- την όψη σου θλιμμένη.
          Κι ήταν πικρόχολο, που σώπαινε το στόμα
                                
5.       Μια αυγή όμως -της φυλής την αμαρτία
          το  πλήρωμα του χρόνου είχε ξεπλύνει-
          το βλέμμα ρίχνοντας στην που έσβηνεν εστία,
                                
6.       Τινάχτης, Κι ήταν Μάρτης, οι άσπροι κρίνοι
          ευώδιαζαν. Τινάχτης την αιτία
          για να μετρήσης του κακού, που φρένα λύνει
                                                                                               
7.       Κι ως στάθηκες ψηλά στο μετερίζι,
          με  ορμή, που ξεπερνούσε και του ανέμου,
          το κοφτερό έσυρες σπαθί σου, που σπιθίζει.
                                
8.       Και φώναξες τρανά "Καιρός πολέμου.
          Με ανθούς του ονείρου η γη ξαναγεμίζει.
          Ανάστα τώρα με την άνοιξη, λαέ μου".



ΧΑΙΡΕ, Ω ΧΑΙΡΕ
Κρυφά σχολειά και ματωμένα ράσα,
γκρεμίσανε τη βάρβαρη σκλαβιά,
ανέβηκες Ελλάδα πάνου απ’ τ’ άστρα
να κράξεις: «Χαίρε, ω χαίρε Λευτεριά!»

Ψηλά κι ολόρθη πάλεψες στη μπόρα
το σύμβολο να μείνεις των Λαών,
Ιδέα, Φως, τραγουδισμένη χώρα,
μητέρα των Ολύμπιων Θεών.

Ψυχές και θάλασσες και βράχοι,
τα Ζάλογγα τα στήσανε βωμό
κι η Δόξα που περπάτησε μονάχη,
αντάμωσε τον ώριο Λυτρωμό.

Φεγγοβόλο το φως του Εικοσιένα,
θ’ αστράφτει στων Ελλήνων την καρδιά
και πάντα σαν και πρώτ’ αντρειωμένα,
θα λέμε: «Χαίρε, ω χαίρε Λευτεριά!»

Δ. Κατσίνη



Του Μάρκου Μπότσαρη
Θρήνος μεγάλος γίνεται μέσα στο Μεσολόγγι
Το Μάρκο παν στην εκκλησιά, το Μάρκο παν στο τάφο.
Ξήντα παπάδες παν ,μπροστά και δέκα δεσποτάδες
κι από μεριά Σουλιώτισσες τονε μοιρολογάνε.
Κι ο γερο-Νότης κάθονταν στου Μάρκου το κεφάλι
Κι όλο του Μάρκου να ’λεγε κι όλο του Μάρκου λέει:
«Για σήκω απάνω Μάρκο μου, και μη βαριοκοιμάσαι.»
…. Βάλτος επροσκύνησε κι όλο το Ξηρομέρι.
Το Μεσολόγγι απόμεινε, δε θέλ’ να προσκυνήσει.
Στεργιάς το δέρνει ο Κιουταχής κι ο Αράπης του πελάγου
Κι ο Μάρκος αποκρίθηκε, μ’ όσο κι αν ημπορούσε
«Δεν μπορώ ο μαύρος να σταθώ, να σηκωθώ, να κάτσω
γιατί έχω βόλι στην καρδιά, στο πρόσωπο σκοτάδι.»



Του Δράμαλη

Φύσα, μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου
να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα.
Της Ρούμελης οι μπέηδες του Δράμαλη οι αγάδες
στο Δερβενάκι κείτονται στο χώμα ξαπλωμένοι
Στρώμα ’χουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλα λιθάρια
και γι’ απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη
Κι ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε:
-Πουλί πώς πάει ο πόλεμος το κλέφτικο ντουφέκι;
-Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης
και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια.
Γράμματα πάνε κι έρχονται στων μπέηδων τα σπίτια.
Κλαίνε τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά για Τούρκους
κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.


Το κρυφό Σχολειό!
Στο μικρό εξωκλησάκι
στην Αγια  Παρασκευή
πάει το μικρό παιδάκι                          
με το φόβο στην ψυχή.


Με προφύλαξη μεγάλη
μην τουρκιά το καταλάβει
τρέχει στο ερημοκλήσι
σαν ο ήλιος πάει να δύσει.


Ο σεβάσμιος παπάς
πουν΄ και δάσκαλος μαζί
τους μιλάει για τα παλιά
για τα χρόνια τα καλά.                                    


Της Λευτεριάς τα σήμαντρα
Τα χρόνια δύσκολα, σκληρά. Βαριά η σκλαβιά και μαύρη.
Κλαίει πικρά η αδούλωτη ελληνική ψυχή.
Μόνο στη σκέψη της κρυφά, μέσα η ελπίδα λάμπει
του Γένους η Ανάσταση πως πάλι θε να 'ρθεί.


Της Λένως Μπότσαρη
Όλες οι καπετάνισσες από το Κακοσούλι
όλες την Άρτα πέρασαν, τα Γιάννινα τις πάνε
σκλαβώθηκαν οι αρφανές, σκλαβώθηκαν οι μαύρες
κι η Λένω δεν επέρασε δεν την επήραν σκλάβα.
Μόν’ πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
σέρνει τουφέκι σισανέ κι εγγλέζικα κουμπούρια,
έχει και στη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο.
Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι.
«Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου,
σέρνω φουσέκια στην ποδιά και βόλια στις μπαλάσκες.
-Κόρη, για ρίξε τ’ άρματα, γλίτωσε τη ζωή σου.
-Τι λέτε, μωρ’  παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια;
Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδερφή του Γιάννη
και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια.»

 

Τα μισοτηγανισμένα ψάρια

Όταν έπαιρναν οι Τούρκοι την Πόλη,
ένας καλόγερος ετηγάνιζε εφτά ψάρια στο τηγάνι.
Τα είχε τηγανίσει από τη μια μεριά, κι όταν
ήταν να τα γυρίσει από την άλλη, έρχεται ένας
και του λέει πως πήραν οι Τούρκοι την Πόλη.
-          Τότε θα το πιστέψω αυτό, λέει ο καλόγερος,
αν τα τηγανισμένα ψάρια ζωντανέψουν...
Δεν απόσωσε το λόγο και τα ψάρια πήδησαν
από το τηγάνι ζωντανά κι έπεσαν στο νερό
εκεί κοντά. Κι είναι ως τα σήμερα τα ζωντανεμένα
εκείνα ψάρια στο Μπαλουκλί και θα φαίνονται
έτσι μισοτηγανισμένα, ως να ΄ρθει η
ώρα να πάρουμε την Πόλη.
Τότε, λένε, θα έρθει ένας άλλος καλόγερος
να τ’ αποτηγανίσει...

 

 

ΤΑ ΕΥΖΩΝΑΚΙΑ

 Στην Αγιά Σοφιά αγνάντια βλέπω τα ευζωνάκια
Τα ευζωνάκια τα καημένα στους πολέμους μαυρισμένα(2)
κλέφτικο χορό χορεύουν και τ’ αντίπερα αγναντεύουν.
 
Κι αγναντεύοντας την πόλη τραγουδούν και λένε: (2)
Τούτοι είν' οι χρυσοί της θόλοι, αχ κατακημένη πόλη
να η μεγάλη εκκλησιά μας, πάλι θα γενεί δικιά μας.
 
Στην κυρά τη Δέσποινά μας πες να μη λυπάται
στις εικόνες να μη κλαίνε, τα Ευζωνάκια μας το λένε.(2)
Κι ο παπάς που 'ναι κλεισμένος μέσα στ' Αγιο Βήμα
Τά Ευζωνάκια δε θ' αργήσει, νά 'βγει να τα κοινωνήσει
και σε λίγο βγαίνουν τ' Αγια μέσα σε μυρτιές και βάγια.(2)


Στους νεκρούς
Αθάνατοι νεκροί
υπόσχεση σας δίνουμε
πως αν θα χρειαστεί
αντάξιοι θα γίνουμε.

Η Λευτεριά περήφανη
στον τόπο μας θα μείνει.
Το λέμε να το μάθουνε
όλοι εχθροί και φίλοι.


Σήμερα έχω μια χαρά
Σήμερα έχω μια χαρά!
ήρθε κι εμένα η σειρά
να γίνω τσολιαδάκι.

Για της Πατρίδας τη γιορτή
Να η φουστανέλα η λευκή,
το κόκκινο φεσάκι!

Λεβέντικα θα περπατώ
με τι καμάρι θα κρατώ
τη γαλανή σημαία.

Και τα χεράκια θα χτυπώ
για σε που τόσο αγαπώ,
Πατρίδα μου ωραία!


Πατρίδα μου
Απ’ όλες τις πατρίδες
Εσύ ’σαι η πιο τρανή
Ελλάδα μου ωραία,
Ελλάδα μου τρανή.

Όσοι κι αν ήρθαν χρόνοι
κι αν πέρασαν εχθροί
Εσύ πάντα θα μένεις
ορθή, πάντα ορθή!

Γιατί έχεις για παιδιά σου
τα πιο λαμπρά παιδιά
που πολεμούν γενναία
για την Ελευθεριά!


Πατρίδα μου
Απ’ όλες τις πατρίδες
Εσύ ’σαι η πιο τρανή
Ελλάδα μου ωραία,
Ελλάδα μου τρανή.

Όσοι κι αν ήρθαν χρόνοι
κι αν πέρασαν εχθροί
Εσύ πάντα θα μένεις
ορθή, πάντα ορθή!

Γιατί έχεις για παιδιά σου
τα πιο λαμπρά παιδιά
που πολεμούν γενναία
για την Ελευθεριά!

 

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΖΑΛΟΓΓΟΥ

Έχε  γεια καημένε κόσμε
έχε γεια γλυκιά ζωή (2)
κι εσύ δύστυχη πατρίδα
έχε γεια παντοτινή (2)
 
Έχετε γεια βρυσούλες, λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες κι εσείς Σουλιωτοπούλες
 
Στη στεριά δε ζει το ψάρι
ούτ' ανθός στην αμμουδιά (2)
κι οι Σουλιώτισσες δε ζούνε
δίχως την ελευθεριά (2)
 
Έχετε γεια βρυσούλες, λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες κι εσείς Σουλιωτοπούλες.

Ο κλέφτης
Βαριά του κλέφτη η καρδιά.
Βαριά και πικραμένη.
Τα στήθια του σκέτη φωτιά
τα μάτια αστροπελέκι.
Του Τούρκου χρόνια η σκιά
επάνω του βαραίνει.
Δεν την αντέχει άλλο πια
τούτη την καταφρόνια.
Σύντροφος μόνο η πίστη του
και φίλος το ντουφέκι.


Μαύρη η νύχτα στα βουνά
τον πνίγει το σκοτάδι.
Ακόμα και τα ζωντανά
τ' άγρια τα φοβίζει.
Τ' αποσταμένο του κορμί
έγειρε στο πλατάνι
να κοιμηθεί μία σταλιά
να πάρει μιαν ανάσα
και τ' όνειρο της Λευτεριάς
στον ύπνο του να ζήσει.


Ο ήρωας
Μη με βλέπετε μικρό
έχω φλόγα στην καρδιά
κι αγαπώ πολύ πολύ
την Πατρίδα τη γλυκιά.

Ήρωας στα αληθινά
κάποια μέρα θα γενώ
κι αν η Ελλάδα χρειαστεί,
τ’ άρματα θέλω να ζωστώ.


Ο Δήμος και το καριοφίλι του
Εγέρασα μωρέ παιδιά πενήντα χρόνια κλέφτης
τον ύπνο δεν εχόρτασα και τώρα αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψε η καρδιά μου
Βρύση το αίμα το ΄χυσα σταλαγματιά δε μένει.
Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ’ το λόγγο
να ’ναι χλωρό και δροσερό, να ’ναι ανθούς γεμάτο
και στρώσε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.

Παιδιά μου μη με κλάψτε. Σταθείτε εδώ κοντά μου
Τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.
Κι εν’ από σας, το νιότερο, ας ανεβεί στη ράχη,
ας πάρει το ντουφέκι μου, τ’ άξιο καριοφίλι.
Κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει:
«Ο Γερο-Δήμος πέθανε, ο Γερο-Δήμος πάει.»


Ο ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ
Ένα τραγούδι θα σας πω για το Λεβέντη, 
τον ασπρομάλλη μας, το Γέρο του Μοριά 
και βάλτε, αδέλφια μας, για να στηθεί το γλέντι 
τριπολιτσιώτικο κρασί και ψησταριά. 



Γεια και χαρά σας, Μοραΐτες αδελφοί 
κι εσείς κοπέλες, γεια σας. 
Τη Λευτεριά η Ελλάδα μας 
χρωστάει στη λεβεντιά σας. 



Τα όμορφα χρόνια, τα παλιά, να ξαναζήσουν 
και στου Ταΰγετου την πιο ψηλή κορφή, 
κει, των προγόνων οι σκιές χορό να στήσουν 
και να τους λέει τ' αγέρι τούτη τη στροφή: 



Γεια και χαρά σας, Μοραΐτες αδελφοί, 
που η μάνα αν δε σας γέννα 
ούτ' Αγια - Λαύρα θα 'χαμε 
ούτε Εικοσιένα. 



ΚΛΕΦΤΙΚΗ ΖΩΗ
 Μαύρη μωρέ πικρή ειν' η ζωή που κάνουμε (2)
Εμείς οι μαύροι κλέφτες,  εμείς οι μαύροι κλέφτες (2)
Ολη μωρέ, όλη μερούλα πόλεμο (2)
όλη μερούλα πόλεμο το βράδι καραούλι (2)
με φό- μωρέ με φόβο τρώμε το ψωμί(2)
Με φόβο τρώμε το ψωμί, με φόβο περπατάμε (2)
Ποτέ μωρέ, ποτέ μας δεν αλλάζουμε (2)
ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε.


ΘΟΥΡΙΟΣ
(ΡΗΓΑΣ  ΒΕΛΕΣΤΙΝΛΗΣ)
Ως πότε παλικάρια, να ζούμεν στα στενά
μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες, στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμεν, να βλέπομεν κλαδιά,
να φεύγομ΄ απ΄ τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;
Να χάνομεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς;

Κάλλιο ΄ναι  μίας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά και φυλακή !

Τι σ’ ωφελεί αν ζήσεις και είσαι στη σκλαβιά;
Στοχάσου πως σε ψένουν κάθ΄ ώραν στη φωτιά.


Η μικρή Ελληνοπούλα
Ω! πόσο χάρηκε η παιδική,
η αθώα μου καρδούλα
όταν μια μέρα η μαμά
με είπε Ελληνοπούλα.

Και ποια πατρίδα είν’ αυτή
και ποια μεγάλη χώρα
που ’χει ένα τέτοιο ουρανό
κι ένα καθάριο ήλιο!


Η 25η ΜΑΡΤΙΟΥ
Της δόξας λάμπει γαλανό το φώς στη χώρα
γελούν οι κάμποι τραγουδούνε τα νερά
Γιγάντων ίσκιοι ηρωικοί ξυπνήστε τώρα
Στου λυτρωμού τη χρονογύριστη χαρά.
  
Το σάλπισμά μας πιο τρανό ας αντιλαλήσει
κι απ’ το γλυκό της Άγιας Λαύρας ορθρινό
πλατειά είν’ η γή μας και το χώμα όπου κι ανθίσει
μια Λεφτεριά μοσχοβολά στον ουρανό
 
Κι όλα τα χέρια ας υψωθούν ανδρειωμένα
πόχουν τα σίδερα συντρίψει τα βαριά
Να στήσουν τρόπαια λαμπρά του εικοσιένα
να θρονιαστή η Ελληνοπούλα η Λευτεριά.



Επέσανε τα Γιάννενα ...
(Αριστοτέλη Βαλαωρίτη)
Επέσανε τα Γιάννενα, σιγά να κοιμηθούνε,
εσβήσανε τα φώτα τους, εκλείσανε τα μάτια.
Η μάνα σφίγγει το παιδί βαθιά στην αγκαλιά της,
γιατί είναι χρόνοι δίσεχτοι και τρέμει μην το χάσει.

Τραγούδι δεν ακούγεται, ψυχή δεν ανασαίνει.
Ο ύπνος είναι θάνατος και μνήμα το κρεβάτι,
κι η χώρα κοιμητήριο κι η νύχτα ρημοκλήσι.
Άγρυπνος ο Αλη-πασάς, ακόμη δε νυστάζει,
κι εις ένα δέρμα λιονταριού βρίσκεται ξαπλωμένος.
Το μέτωπό του είναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένο
και το ΄βαλεν αντίστυλο το χέρι του, μην πέσει.
Χαϊδεύει με τα δάχτυλα τα κάτασπρά του γένια,
που σέρνονται στου λιονταριού τη φοβερή τη χαίτη.
Αγκαλιασμένα τα θεριά, σου φαίνονται πως έχουν
ένα κορμί δικέφαλο , το μάτι δε γνωρίζει
ποιο τάχα ναν΄ το ζωντανό και ποιο το σκοτωμένο.

 

ΕΛΛΑΔΑ

Δε χορταίνω να βλέπω τον ήλιο
που το φώς του σκορπάει στην πλάση
δε χορταίνω να βλέπω τους κάμπους
τα βουνά τις πλαγιές και τα δάση.
 
Δε χορταίνω να βλέπω τα δέντρα
τις πηγές τη μικρή μας πλατεία
δε χορταίνω να ζω ν' αναπνέω
στην ωραία αυτή Πολιτεία.
 
Δε χορταίνω να βλέπω ακρογιάλια
και πανώρια νησιά στην αράδα
δε χορταίνω να βλέπω εσένα
ώ Πατρίδα Ελλάδα, Ελλάδα!


Ελλάδα μου
Ελλάδα μου, πατρίδα μου
χώρα μου δοξασμένη
πατρίδα ηρώων και πηγή
ζωής στην οικουμένη

Σε χαιρετούν πατρίδα μου
απ΄άκρη σ΄άκρη όλοι
οι αιώνες που περάσανε
απ΄το ωραίο σου κορμί.

Γιατί είσαι λεβεντογή
των Ακριταίων χώρα
Ελλάδα μου πατρίδα μου
Χώμα Αρχαίο, Ζωή.


Εθνική γιορτή
Γιορτάζει η Πατρίδα
μεγάλη χαρά.
Σιμά η δόξα
μ’ ολάσπρα φτερά.

Γιορτάζει η Πατρίδα
σε κάθε μεριά.
Μυρίζουν οι δάφνες
γελά η Λευτεριά.

Σ’ αυτή τη γιορτή μας
ελάτε παιδιά.
Ψηλά τη σημαία
ψηλά την καρδιά.


Διπλή γιορτή
Διπλή γιορτή διπλή χαρά την αγία τούτη μέρα
απ' άκρη σ' άκρη η χώρα μας στα γαλανά ντυμένη
της Λευτεριάς τα σήμαντρα ηχούνε στον αέρα
κι ο Γαβριήλ στην Παναγιά μήνυμα θείο φέρνει.

Είκοσι πέντε του Μαρτίου μέρα ευλογημένη
οι ουρανοί ανοίξανε κι έλαμψε όλη η γη
η Παναγιά γονατιστή ακούει θαμπωμένη
πως απ' αυτή θα γεννηθεί το θεϊκό Παιδί.


Διπλή γιορτή, διπλή χαρά, πανηγυρίζει η φύση
του λυτρωμού το μήνυμα χαρμόσυνα αντηχεί.
Ο αγώνας για τη Λευτεριά του σκλάβου έχει αρχίσει
και γιορτινά στολίστηκε ο ουρανός κι η γη.


ΓΛΥΚΟΧΑΡΑΖΕΙ  ΧΑΡΑΥΓΗ
 Γλυκοχαράζει η χαραυγή
και λάμπ’ ο ουρανός κι η γη.
Φέρνει την ελευθεριά μας
και το τέλος της σκλαβιάς μας.(δις)
 
Στα Βέρβαινα στα Δολιανά
γεια σου χαρά σου κλεφτουριά.
Στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι
πέφτει αδιάκοπο λεπίδι (δις)
 
Κι από του Διάκου το σουβλί
φτιάχνει ο Κανάρης το δαυλί
κι ο Μιαούλης το τιμόνι
πες το κότσυφα κι αηδόνι(δις)


Γιορτή
Σήμερα χαρά μεγάλη
έχω μέσα στην καρδιά,
που γιορτάζει η Πατρίδα
κι η καλή μας Παναγιά.

Όλα τα μικρά παιδάκια
σήμερα έχουμε γιορτή
ποίημα ή και τραγούδι
το καθένα μας θα πει.

 

ΑΓΙΑ ΜΕΡΑ ΞΗΜΕΡΩΕΝΙ

Όλη η δόξα όλη η χάρη
άγια μέρα ξημερώνει
και τη μνήμη σου το Έθνος
χαιρετά γονατιστό
 
Και τα στήθη όλο φλόγα
με τον ήλιο σου πυρώνεις
που χρυσός με περηφάνια
περπατεί στον ουρανό
 
Στην Αγία Λαύρα τώρα
που χρυσές ακτίνες ρίχνει
και του Θείου Ιεράρχη
χαιρετάει τη σκιά.


TΑ ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΑ
Μάνα μου τα, μάνα μου τα κλεφτόπουλα
Τρωνε και τραγουδάνε, άιντε πίνουν και γλεντάνε (2)
Μα ένα μικρό μα ένα μικρό κλεφτόπουλο
δεν τρωει, δεν τραγουδάει, βάι δεν πίνει δεν γλεντάει(2)
Μόν' τ' άρματα, μόν' τ' άρματά του κοίταζε
του τουφεκιού του λεει "Γειά σου Κίτσο μου λεβέντη"(2)
Πόσες φορές , πόσες φορές με γλίτωσες
απ' των εχθρών τα χέρια κι απ' των Τούρκων τα μαχαίρια. (2).


25η Μαρτίου
Πάνω στα κάστρα σα θεά πανώρια η Ελευθερία
κρατά στα χέρια λάβαρο και λάμπει η ματιά
κι εκεί στα εικονίσματα η Παναγιά η Μαρία
το μήνυμα της Γέννησης δέχεται με χαρά.


Στο ιερό μας σύμβολο τη γαλανή Σημαία
της λευτεριάς τα χρώματα σμίγουν αρμονικά
και της αγάπης σήμαντρα ηχούνε στον αιθέρα.
Γιορτάζει η Πατρίδα μας, γιορτάζει η Παναγιά.

Το «Χαίρε Αειπάρθενε» ψαλμός και μελωδία
κι οι παιάνες που ηχούν ύμνος στη Λευτεριά
χαμογελά στην εκκλησιά γλυκά η Παναγία
κι η Ελλάδα ντύθηκε γαλάζια φορεσιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου